
Στον ιστορικά φορτισμένο χώρο της Αντιπεράτου, στο ακριτικό νησί της Κάσου, τόπο απόβασης των Τουρκοαιγυπτίων το 1824, σχεδιάστηκε ένα αρχιτεκτονικό “μνημείο”, ένα τοπόσημο αφιερωμένο στο Ολοκαύτωμα του νησιού.
Σε αυτό το έρημο τοπίο του νότιου Αιγαίου όπου ακόμα δονείται ο απόηχος της προδοσίας και του πατημού, το έργο λειτουργεί, όχι ως ένα ηρώον, αλλά ως ένας γλυπτικός χώρος μνήμης και εσωτερικής μεταμόρφωσης.
Η σημειολογική αρχιτεκτονική, ως μέσο αφήγησης, κάθαρσης και αναστοχασμού, στήνει ένα χωρικό μύθο που οδηγεί τον επισκέπτη σε μια μυστηριακή πορεία προς τη μεταμόρφωση και την ενατένιση του αύριο - με πυξίδα το χτες.
Μπορεί η αρχιτεκτονική να δώσει το έναυσμα να γίνει κανείς η καλύτερη εκδοχή του εαυτού του και ταυτόχρονα να εξαγνίσει το κακό “ριζικό” ενός τόπου;
Το 1824, η Κάσος υπέστη μία από τις πλέον βίαιες καταστροφές της Ελληνικής Επανάστασης. Μετά από αλλεπάλληλες αποτυχημένες προσπάθειες των Τουρκοαιγυπτίων να εισβάλλουν στο νησί και να το κάψουν, ένας τοπικός προδότης έδωσε τελικά τη λύση, υποδεικνύοντάς τους την αφύλακτη παραλία της Αντιπεράτου. Τη νύχτα της εβδόμης Ιουνίου, οι άντρες των ναυάρχων Χουσεϊν και Γιβραλτάρ αποβιβάζονται στην Αντιπέρατο, κι απο εκεί, εισβάλλουν στο υπόλοιπο νησί, αιφνιδιάζοντας τους κατοίκους. Ακολουθούν σφαγές και ανείπωτη θηριωδία. Χιλιάδες άντρες νεκροί, εκατοντάδες γυναίκες και παιδιά στα σκλαβοπάζαρα της Αφρικής.
Στις μέρες μας ο χώρος, εγκαταλελειμμένος για δεκαετίες, διατηρεί την τραγική του μνήμη σιωπηρά. Αλήθεια, τι “μνημείο” στήνεις σε ένα τέτοιο τόπο προδοσίας;
Ο χώρος μελέτης είναι ένα επίπεδο, εμβαδού 787 τ.μ., υπερκείμενο της παραλίας της Αντιπεράτου. Εκεί στέκει σήμερα μια ταπεινή μαρμάρινη στήλη, αφιέρωμα των Κασίων στους ηρωϊκούς τους προγόνους. Σκοπός της μελέτης ήταν η δημιουργία ενός ζωντανού χώρου μνήμης, με δυνατότητα να αποτελέσει τοπόσημο για το νησί, να προσελκύσει επισκέπτες, να φιλοξενήσει διάφορες δραστηριότητες και εκδηλώσεις αλλά και να αποτελέσει εφαλτήριο για να ενημερωθεί ο επισκέπτης για την ιστορικότητα αυτού του τόπου αλλά και του Ολοκαυτώματος της Κάσου γενικότερα.
Ο χώρος αυτός, έχει ακόμα ένα ιδιαίτερο σημειολογικό χαρακτηριστικό. Είναι το τέλος όλων των δρόμων, αλλά και η αρχή τους. Όμως λείπει κάτι, μια ψηφίδα που θα συμπληρώσει φιλοσοφικά αλλά και ουσιαστικά το σημειολογικό και χωρικό κενό. Και αυτό αποτελεί τη ραχοκοκκαλιά της πρότασης ανάπλασης αυτού του χώρου, που παρουσιάστηκε στο ∆ήμο Κάσου, το 2024, στην επέτειο των 200 χρόνων από το γεγονός.
O σχεδιασμός της πρότασης δεν επιδιώκει την αναπαράσταση. Αντίθετα, μετασχηματίζει την εμπειρία της μνήμης σε χωρική αφήγηση, προσπαθώντας να προσδώσει ιστορικό και φιλοσοφικό περιεχόμενο στα απλά δομικά στοιχεία της σύνθεσης. Ταυτόχρονα, ο μελετητής αποπειράται να προσδώσει στο έργο δύο αναγνώσεις. Μια τοπική με ισχυρή αναφορά στην Κάσο και την ιστορία της, αλλά και μια υπερτοπική, περισσότερο μυστική, που αφορά όλους.
α) Ο επισκέπτης αρχικά βαδίζει πάνω σε ένα διάδρομο από λευκές πέτρες και τις νιώθει να μετακινούνται κάτω από το βάρος του, σα ζωντανές. Μια πορεία στο χώρο και στο χρόνο, συμβολική, πάνω στα θραύσματα του ελληνικού πολιτισμού. Μια πορεία ενθύμησης από το βαθύ παρελθόν έως το σήμερα, όπως ακριβώς βάδιζαν και οι πρόγονοί μας πάνω στα σπασμένα μάρμαρα των δικών τους προγόνων, αναζητώντας τη ρίζα τους, τα δικά τους ιδανικά, εθνικά, χωρικά αλλά και υπαρξιακά, βαθιά ανθρώπινα.
β) Το επόμενο στοιχείο που συναντά είναι η κλίμακα: σύμβολο ανόδου, ανέλιξης, προόδου αλλά και επιστροφής από ένα σημείο μηδέν, που στην περίπτωσή αυτή αντιστοιχεί με το πρώτο σκαλοπάτι.
Για την Κάσο, αυτό το σημείο μηδέν ήταν το ολοκαύτωμά της. Ή, όπως λέγεται στα Κασιώτικα, “πατημός”. Λέξη ομόρριζη με τη λέξη “πάτημα”, όρο αρχιτεκτονικό για το σκαλοπάτι. Αλλά και με τη λέξη “πάτος” που ο κάθε άνθρωπος ενίοτε πιάνει στη ζωή του. Κι από κει, ο μόνος δρόμος είναι προς τα πάνω. Η άνοδος είναι δύσκολη και απαιτεί κόπο, αλλά το πιο δύσκολο πάντα είναι το πρώτο βήμα. Γι’αυτό κι εδώ, το πρώτο ρίχτυ της κλίμακας, με ύψος 30 εκατοστά, είναι το πιο δύσκολο, αλλά και το πιο αναγκαίο για την ανάβαση.
Η κλίμακα έχει συνολικό ύψος 200 εκατοστά, όσα και τα χρόνια από το ολοκαύτωμα μέχρι το “σήμερα”. Η Κάσος επιβίωσε, επανήλθε, ανοικοδόμησε και, ανεβαίνοντας μέσα στα χρόνια τη δική της κλίμακα, έφτασε σε ένα κρίσιμο σημείο. Σε αυτό φτάνει και ο επισκέπτης που βιώνει το χώρο, έχοντας ολοκληρώσει τη δική του προσωπική ανάβαση ως το “τώρα”.
γ) Αμέσως μετά, ορθώνεται μπροστά του ο πέτρινος τοίχος. Λιτός, ασβεστωμένος, ένα αρχιτεκτονικό στοιχείο της κασιώτικης αλλά και της ευρύτερης νησιώτικης αρχιτεκτονικής.
Ταυτόχρονα όμως και ένα σαφές όριο, ένα εμπόδιο που δηλώνει ότι εδώ πρέπει να ληφθεί μια απόφαση: για να συνεχίσεις, πρέπει να το ξεπεράσεις.
Aνάμεσα στο πλατύσκαλο και τον τοίχο, ένα κενό δέκα εκατοστών καλεί τον αναβαίνοντα να κάνει ένα άλμα πίστης προς τα εμπρός.
Στον τοίχο, μια πόρτα.
Μια πόρτα που, πέρα από την υλική της υπόσταση, διαθέτει και μια δεύτερη, «μαγική» διάσταση. Κάθε πόρτα είναι μια πύλη· ένα πέρασμα προς το «αντίπερα» (αντιπέρα-τος) — προς το άλλο, το άγνωστο, το εντός. Ένα πέρασμα μεταμορφωτικό, από μια προτέρα κατάσταση σε μια νέα.Η πύλη αυτή έχει το μισό πλάτος του διαδρόμου. Είναι, δηλαδή, μια “στενή πύλη”. Για να την περάσει κανείς, πρέπει να αφήσει πίσω του όλα όσα τον βαραίνουν: τις μικρότητες, τους εγωκεντρισμούς, τις προσκολλήσεις. Να αποθέσει, συμβολικά, το «σκάρτο» κομμάτι του εαυτού του. Μόνο τότε μπορεί να συνεχίσει την πορεία του προς το φως.
δ) Έχοντας πραγματοποιήσει το άλμα και το πέρασμα, ο επισκέπτης βλέπει μπροστά του ένα βατήρα. Ο βατήρας σημαδεύει το άπειρο, την απεραντοσύνη του πελάγους. Από εκεί, όλες οι πιθανότητες ανοίγονται μπροστά του. Μια πρόσκληση προς το μέλλον, ανοικτή μόνο σε εκείνους που διακινδύνευσαν την αυτογνωσία.
Πλέον βρίσκεται στην άλλη όχθη, στο “αντίπερα”, ένας νέος, άλλος άνθρωπος, ελεύθερος από όσα πριν τον εγκλώβιζαν. Έχει νικήσει στη μεγαλύτερη μάχη. Και αν έχει κάτι να διδαχθεί από το επαναλαμβανόμενο μοτίβο της προδοσίας που συνεχώς συναντά στην ιστορία αυτού του τόπου αλλά και στην ίδια του τη ζωή, είναι ότι ο μόνος πραγματικός εχθρός του, είναι ο κατώτερος εαυτός του:
Γι’αυτό και όταν θα στρέψει ξανά το βλέμμα του προς την κατεύθυνση από την οποία ήρθε, θα δει στην πίσω πλευρά του τοίχου εγχάρακτη επιγραφή με το στίχο του Ελύτη που λέει:
Το έργο πλαισιώνεται από μερικά ακόμα στοιχεία, συμπληρωματικά ως προς τη νοηματική συνοχή της πρότασης: